Υπόθεση Duterte, Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και Δικαιοδοσία

Εισαγωγή

Το Τμήμα Εφέσεων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έκδωσε πριν μερικούς μήνες την πολυαναμενόμενη απόφασή του σχετικά με τη δικαιοδοσία στην υπόθεση του πρώην Φιλιππίνου Προέδρου Rodrigo Roa Duterte, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεσή του από το Προδικαστικό Τμήμα. Μια τέτοια εξέλιξη ανοίγει τον δρόμο για τη δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης να προχωρήσει, προκειμένου να αποφασιστεί εάν ο Duterte είναι υπεύθυνος για τη διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια της θητείας του. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η απόφαση δικαιοδοσίας είναι επίσης ένα σημαντικό ορόσημο στη νομολογία του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι επιβεβαιώνει και εδραιώνει την αρχή ότι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να αποφεύγουν τις δυνητικές ευθύνες τους απλώς αποχωρώντας από το Καταστατικό της Ρώμης.

Στην παρούσα υπόθεση, το Τμήμα Εφέσεων κλήθηκε να αποφανθεί επί τεσσάρων λόγων έφεσης που κατατέθηκαν από τον κ. Duterte, με το Δικαστήριο να απορρίπτει ομόφωνα τον πρώτο λόγο και τους υπόλοιπους κατά πλειοψηφία. Πρώτος λόγος έφεσης ήταν το φερόμενο σφάλμα που διαπράχθηκε από το Προδικαστικό Τμήμα στο να διαπιστώσει ότι το άρθρο 127(2) του Καταστατικού της Ρώμης ήταν lex specialis σε σχέση με το άρθρο 12 του Καταστατικού. Δεύτερος λόγος έφεσης ήταν το φερόμενο σφάλμα από το Προδικαστικό Τμήμα στο να διαπιστώσει ότι μια προκαταρκτική εξέταση μιας υπόθεσης είναι «υπόθεση υπό εξέταση» κατά την έννοια του άρθρου 127(2) του Καταστατικού της Ρώμης. Τρίτος λόγος έφεσης ήταν το φερόμενο σφάλμα του Προδικαστικού Τμήματος στο να διαπιστώσει ότι το «Δικαστήριο» στο άρθρο 127(2) του Καταστατικού περιλαμβάνει τον Εισαγγελέα. Τέταρτος λόγος έφεσης ήταν το φερόμενο σφάλμα από το Προδικαστικό Τμήμα στο να διαπιστώσει ότι το «αντικείμενο και σκοπός» του Καταστατικού της Ρώμης επιτρέπει το άνοιγμα μιας έρευνας μετά την αποχώρηση των Φιλιππίνων από το Καταστατικό.

Πρώτος Λόγος Έφεσης

Συγκεκριμένα, ο πρώτος λόγος έφεσης προέκυψε από το γεγονός ότι το Προδικαστικό Τμήμα έκρινε ότι το άρθρο 127 του Καταστατικού της Ρώμης ήταν lex specialis αφού ορίζει συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με την αποχώρηση Κράτους και επομένως οποιεσδήποτε διαφορές σχετικά με ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη (βλ. παρ. 50-52, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων). Επομένως, το Τμήμα Εφέσεων έκρινε ότι το Προδικαστικό Τμήμα ήταν ορθό στο να αποφασίσει ότι είχε δικαιοδοσία αφού το άρθρο 12 του Καταστατικού της Ρώμης το οποίο απαιτεί ότι ένα Κράτος πρέπει να είναι μέρος του Καταστατικού κατά τον χρόνο που το Δικαστήριο ασκεί τη δικαιοδοσία του, πρέπει να διαβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 127 το οποίο είναι lex specialis (βλ. παρ. 93-94, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων). Απορρίπτοντας τη θέση της Υπεράσπισης ότι το άρθρο 127 είναι άσχετο με το άρθρο 12 του Καταστατικού της Ρώμης, το Τμήμα Εφέσεων προέβαλε τρεις λόγους στην παράγραφο 84 της απόφασής του:

«Πρώτον, το άρθρο 127(1) του Καταστατικού ρυθμίζει τις συνέπειες της κοινοποίησης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών της αποχώρησής του από το Καταστατικό, προβλέποντας ότι αυτή τίθεται σε ισχύ ένα έτος μετά την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης, εκτός εάν η κοινοποίηση προσδιορίζει μεταγενέστερη ημερομηνία. Αυτές οι συνέπειες αναγκαστικά έχουν επίπτωση στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως αναπτύσσεται περαιτέρω κατωτέρω. Επομένως, το άρθρο 127 συνδέεται αναμφίβολα με τις διατάξεις δικαιοδοσίας στο Μέρος 2. Δεύτερον, η απλή θέση μιας διάταξης εντός του Καταστατικού δεν είναι καθοριστική του νομικού της χαρακτήρα και δεν αποκλείει το άρθρο 127(2) του Καταστατικού από το να ρυθμίζει πτυχές που αφορούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τρίτον, και σύμφωνα με το άρθρο 32 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, το Τμήμα Εφέσεων έχει επίσης λάβει υπόψη το ιστορικό σύνταξης του άρθρου 12 του Καταστατικού το οποίο θεωρεί ότι επιβεβαιώνει την προαναφερθείσα ερμηνεία του άρθρου 12(2) του Καταστατικού. Κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης του Καταστατικού, η συζήτηση σχετικά με την αποδοχή και άσκηση της δικαιοδοσίας ήταν πλήρως συνδεδεμένη με το ζήτημα της αποχώρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από το Καταστατικό. Τα ζητήματα αυτά, στο Σχέδιο Καταστατικού της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου, αντιμετωπίζονταν ακόμη και στις ίδιες διατάξεις.»

Περαιτέρω, το Τμήμα Εφέσεων εφαρμόζοντας τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών δήλωσε στην παράγραφο 85 ότι οι διατάξεις του Καταστατικού πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το «αντικείμενο και σκοπό» του Καταστατικού, που είναι «να θέσει τέλος στην ατιμωρησία». Επομένως, η αποτελεσματικότητα του Καταστατικού έπρεπε να διατηρηθεί, αφού οποιαδήποτε άλλη στενότερη ερμηνεία της δικαιοδοσίας θα επέτρεπε την ατιμωρησία, αφού τα Κράτη θα ήταν σε θέση να αποφεύγουν τις ευθύνες τους απλώς αποχωρώντας από το Καταστατικό της Ρώμης.

Μια τέτοια προσέγγιση είναι σε έναν βαθμό σύμφωνη με τη στάση που υιοθετήθηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο σχετικά με τη δικαιοδοσία στην Κατάσταση στη Δημοκρατία του Μπουρούντι, όπου το Προδικαστικό Τμήμα διέταξε τον Εισαγγελέα να ανοίξει έρευνα σχετικά με το Μπουρούντι για πιθανά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, παρά το γεγονός ότι το εν λόγω Κράτος είχε αποχωρήσει από το Καταστατικό της Ρώμης με ισχύ από τις 27 Οκτωβρίου 2017, με το Δικαστήριο να αποφασίζει ότι είχε δικαιοδοσία μέχρι και τις 26 Οκτωβρίου 2017. Ωστόσο, το Τμήμα Εφέσεων κάνει μια σημαντική διάκριση μεταξύ της Κατάστασης στο Μπουρούντι και της παρούσας υπόθεσης, αφού οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές και έτσι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη στάση που υιοθετήθηκε τότε ότι το Δικαστήριο μπορούσε να ασκήσει δικαιοδοσία χωρίς κανένα χρονικό όριο (βλ.: Κατάσταση στη Δημοκρατία του Μπουρούντι, παράγραφος 24). Παρ’ όλα αυτά, στην παρούσα υπόθεση, το Τμήμα Εφέσεων προσπάθησε να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ των ευθυνών των Κρατών και του δικαιώματός τους να αποχωρούν, δηλώνοντας έτσι στην παράγραφο 88 ότι: «οι Διατάξεις στο Μέρος 2, διαβασμένες μαζί με το άρθρο 127 του Καταστατικού, πρέπει να ερμηνεύονται ώστε να απαιτούν το σχετικό Κράτος να είναι Μέρος στο Καταστατικό κατά τον χρόνο που το Δικαστήριο ασκεί τη δικαιοδοσία του».

Δεύτερος Λόγος Έφεσης

Επιπλέον, σχετικά με τον δεύτερο λόγο έφεσης, το Τμήμα Εφέσεων έκρινε ότι το άρθρο 127(2) και ειδικότερα η αναφορά σε «υπόθεση υπό εξέταση» περιλαμβάνει επίσης μια προκαταρκτική εξέταση της υπόθεσης από το Γραφείο του Εισαγγελέα (βλ. παράγραφο 113, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων). Φθάνοντας σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, το Τμήμα Εφέσεων είπε ότι το Προδικαστικό Τμήμα ήταν ορθό στο να χρησιμοποιήσει τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών για να ερμηνεύσει το Καταστατικό της Ρώμης, δίνοντάς του το «συνήθη νόημα» (βλ. παράγραφο 117, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων) και το Τμήμα Εφέσεων περαιτέρω έκρινε ότι η προκαταρκτική εξέταση μιας υπόθεσης «έχει σαφή βάση στο νομικό κείμενο του Δικαστηρίου» (βλ. παράγραφο 128, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων).

Ωστόσο, ο Δικαστής Lordkipanidze διαφώνησε με την ανωτέρω ανάλυση και μειοψήφησε, υποδεικνύοντας ότι μια προκαταρκτική εξέταση μιας υπόθεσης δεν είναι «υπόθεση υπό εξέταση» και συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία (βλ. παράγραφο 14, Απόφαση Μειοψηφίας). Επομένως, ο εντιμότατος υποστήριξε ότι: «ο Εισαγγελέας δεν μπορεί να αρχίσει τη διαδικασία ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αφότου μια αποχώρηση έχει καταστεί αποτελεσματική και το εν λόγω Κράτος δεν είναι πλέον Μέρος στο Καταστατικό. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πρέπει να ενεργοποιείται πριν η αποχώρηση καταστεί αποτελεσματική.» (βλ. παράγραφο 7, Απόφαση Μειοψηφίας). Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια προσέγγιση είναι υπερβολικά τυπολατρική, και δεν συνάδει εύκολα με το «αντικείμενο και σκοπό» του Καταστατικού, αφού επιτρέπει στα Κράτη να αποφεύγουν εύκολα τις ευθύνες τους χρησιμοποιώντας τη δικαιοδοσία ως ασπίδα.

Τρίτος Λόγος Έφεσης

Επιπλέον, σε σχέση με τον τρίτο λόγο έφεσης, το Τμήμα Εφέσεων έκρινε ότι το Προδικαστικό Τμήμα ήταν ορθό στην εφαρμογή του άρθρου 31(1) της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών κατά την ερμηνεία της λέξης «το Δικαστήριο» στο άρθρο 127(2) του Καταστατικού της Ρώμης, αφού το Προδικαστικό Τμήμα ακολούθησε το «συνήθη νόημα» της εν λόγω λέξης και κατά την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε αμφισημιών χρησιμοποίησε επίσης το υπόβαθρο (βλ. παραγράφους 160-161, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων). Επιπλέον, έκρινε ότι η λέξη «αξιολογεί» δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά στο Καταστατικό της Ρώμης για να δηλώσει δικαστική συλλογιστική και έτσι θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται στον Εισαγγελέα (βλ. παραγράφους 170-171, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων). Ως εκ τούτου, επιβεβαίωσε ότι η λέξη «το Δικαστήριο» περιλαμβάνει επίσης το Γραφείο του Εισαγγελέα (βλ. παράγραφο 174, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων).

Τέταρτος Λόγος Έφεσης

Περαιτέρω, σχετικά με τον τέταρτο λόγο έφεσης, το Τμήμα Εφέσεων έκρινε ότι το Προδικαστικό Τμήμα ήταν ορθό στην προσέγγισή του αφού εξέτασε το νόημα του άρθρου 127 του Καταστατικού της Ρώμης σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, και ειδικότερα «το εξέτασε μαζί με το συνήθη νόημα των σχετικών όρων του άρθρου 127(2) του Καταστατικού στο σχετικό τους υπόβαθρο και σε σύμφωνα με το αντικείμενο και σκοπό του – να θέσει τέλος στην ατιμωρησία για τους δράστες των πιο σοβαρών εγκλημάτων που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα ως σύνολο και έτσι να συμβάλει στην πρόληψη τέτοιων εγκλημάτων» (βλ. παράγραφο 193, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων). Ως εκ τούτου, το Τμήμα Εφέσεων απέρριψε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς που έγιναν από την Υπεράσπιση ότι η απόφαση του Προδικαστικού Τμήματος ήταν «υποκειμενική πολιτική κριτική», λέγοντας ότι αντίθετα ήταν απλώς μια εφαρμογή του άρθρου 31(1) της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (βλ. παράγραφο 195, Απόφαση Τμήματος Εφέσεων).

Συμπέρασμα

Η δικαιοδοσία είναι ένα σύνθετο και μερικές φορές απρόβλεπτο πλάσμα. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση, υιοθετήθηκε μια ορθή προσέγγιση από το Τμήμα Εφέσεων, το οποίο εξισορροπεί αποτελεσματικά τις ευθύνες των Κρατών και τον σεβασμό για το δικαίωμα των Κρατών να αποχωρούν από μια διεθνή συνθήκη. Εύλογες ανησυχίες όπως εκείνες που αντηχούν από την Απόφαση Μειοψηφίας, ότι υπάρχει κίνδυνος τα Κράτη να δεσμεύονται «επ’ αόριστον» από τη δικαιοδοσία (βλ. παράγραφο 13, Απόφαση Μειοψηφίας) βασίζονται σε μια πολύ κυριολεκτική και απόλυτη ερμηνεία του Καταστατικού της Ρώμης η οποία δεν είναι σύμφωνη με το «αντικείμενο και σκοπό» του και σίγουρα δεν είναι σύμφωνη με την καθιερωμένη ερμηνευτική μέθοδο ερμηνείας συνθηκών όπως προβλέπεται από τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.

Print Friendly, PDF & Email